Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ.

Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν!! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι κραταιοί` οι κλώνες της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…..

… Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ’ έθελγε, μ’ εκήλει, μ’ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω` να περιτυλιχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω να αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, να αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν’ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας…. Και αν δεν μ’ εδέχετο, και αν μ’ απέβαλλεν από το σώμα της και μ’ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου…..

… και η δρυς, η μαγική, καθώς εξηκολούθην να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχο, κόρη παρθενική του βουνού…. Καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ’ αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανεν το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος` εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτε όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.

…. Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ’ όμως, ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζων αναβλέπων εις τους κλώνας της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνας της, έμελπον τρελά τραγούδια…. Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου…..

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΟΤΙΤΛΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ