Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

ΣΙΩΠΗ


…. έκανε κρύο πρωί πρωί, η φωτιά ήταν αναμμένη, είχαν κι οι τρεις το πρόσωπο γυρισμένο κατά τη φωτιά και σώπαιναν. (…….) σαν τρεις φάνταζαν παλιοί αγωνιστές, που είχαν συναπαντηθεί μετά από χρόνια κι έκανε κρύο κι άναψαν φωτιά και ζεσταίνουνταν. Αφουκράζουμουν ν’ ακούσω τι θα πουν, μα κανένας δεν άνοιγε το στόμα` κι όμως ένιωθες πως ανάμεσά τους ο αέρας κουνιόταν κι ανείπωτα τα λόγια ξετυλίγουνταν από στόμα σε στόμα` χωρίς άλλο έτσι θα μιλούν στον ουρανό οι άγγελοι. Πόση ώρα πέρασε; Πόσες ώρες; Ο καιρός μου φάνηκε πως είχε ακινητήσει` μια ώρα και ένας αιώνας είχε το ίδιο μάκρος` τέτοια θα ‘ναι, ακίνητη, αμίλητη, η αθανασία. (…)

Νίκος Καζαντζάκης
«Ο φτωχούλης του Θεού - Χ § 4»